Ανατομία - Φυσιολογία Βρεφικής Σίτισης, Θηλασμός και Λογοθεραπεία

by 5:53 π.μ. 0 σχόλια
Το παρακάτω άρθρο θα βοηθήσει να κατανοήσετε το μηχανισμό σίτισης-κατάποσης, να υποπτευθείτε δυσκολίες που ενδέχεται να αντιμετωπίζετε με το βρέφος/μωρό/παιδί, αλλά και να ενημερωθείτε για το ρόλο του λογοθεραπευτή. Αν πιστεύετε ότι χρειάζεστε βοήθεια, μη διστάσετε να απευθύνετε τα ερωτήματα και τις απορίες σας. Τα στοιχεία επικοινωνίας είναι στη διάθεση σας, θα τα βρείτε στην καρτέλα "Επικοινωνία" ή κάνοντας κλικ ΕΔΩ>>>>>


                       Ο ρόλος της λογοθεραπείας
              Οι δυσκολίες που συναντώνται σε βρέφη και παιδιά αναφορικά με τη σίτισή τους, ενδέχεται να είναι αποτέλεσμα ανατομικών αποκλίσεων ή δυσλειτουργιών (νευρολογικών) σε όλα τα στάδια της σίτισης και κατάποσης. Για παράδειγμα, ειδικές συστάσεις επιδέχονται συνήθως βρέφη με εγκεφαλική παράλυση, τραχηλοκρανιοπροσωπικές ανωμαλίες και σχιστίες, σύνδρομα, αλλά και γενικά όταν υπάρχουν ενδείξεις δυσκολίας κατά τη διάρκεια της σίτισης και ζητηθεί η συμβολή του ειδικού. 
              Οι διαταραχές αυτές ενδέχεται να απειλούν τη ζωή του βρέφους, καθώς μπορεί να προκαλούν εισρόφηση (επεισόδιο πνιγμού), όταν ο μηχανισμός κατάποσης δεν λειτουργεί σωστά. Είναι πολύ σημαντικό, λοιπόν, οι γονείς να αναγνωρίσουν σημάδια δυσλειτουργίας στη διαδικασία σίτισης και την κατάποση, να αναζητήσουν την αιτία και να ενημερώσουν πλήρως τον ειδικό με σημαντικές πληροφορίες που ζητώνται κατά τη λήψη του ιστορικού. 
              Όπως έχει γίνει γνωστό, η λογοθεραπεία είναι η επιστήμη που μελετά τις διαταραχές κατάποσης (κάνετε κλικ για να ενημερωθείτε γενικότερα γι' αυτές). Ο λογοπαθολόγος-λογοθεραπευτής είναι ο αρμόδιος για να αξιολογήσει το βρέφος κατά την σίτιση του από τη μητέρα, να συμβουλεύσει με συστάσεις και τεχνικές που η μητέρα μπορεί να χρησιμοποιήσει για τη σίτιση του βρέφους με ασφάλεια (αποφυγή εισρόφησης), αλλά και να παρέβη θεραπευτικά για την αντιμετώπισή τους, όπου αυτό είναι εφικτό να συμβεί. 

Η βρεφική σίτιση και η σημασία της
            Ο θηλασμός αποτελεί το έναυσμα για τη σίτιση ενός βρέφους, επομένως, είναι μία από τις σημαντικότερες πρώιμες διαδικασίες που συμβαίνουν στη ζωή του. Η ακεραιότητα της λειτουργίας όλων των ανατομικών δομών που εμπλέκονται στη διαδικασία αυτή είναι μείζονος σημασίας, για τους λόγους που θα αναφερθούν παρακάτω.
            Από την πρώτη κιόλας επαφή του βρέφους με τη μητέρα του, το αρχέγονο αντανακλαστικό του θηλασμού εκλύεται, αποκλείοντας με αυτό τον τρόπο ενδεχόμενη νευρολογική διαταραχή ή εγκεφαλική βλάβη. Τη στιγμή που το βρέφος θα τοποθετήσει τα χείλη του στη θηλή της μητέρας του (ή στο θήλαστρο σε άλλες περιστάσεις) θα κριθεί η λειτουργικότητα και η αποτελεσματικότητα των αντανακλαστικών θηλαστικών κινήσεων ως προς την λήψη τροφής. Το βρέφος θα πρέπει να έχει την κατάλληλη νευροφυσιολογική ωρίμανση ώστε να πραγματοποιεί κινήσεις, οι οποίες είναι απαραίτητες για να απομυζήσει το γάλα, να τραφεί, να αναπτυχθεί, να μείνει εν ζωή. Ακόμη, σύμφωνα με τον Kummer (2008) το νεογνό μέσω του θηλασμού επιτυγχάνει να διατηρεί την ομοιόσταση.  
Γίνεται λοιπόν κατανοητό πως η διαδικασία αυτή της απομύζησης παρέχει στο βρέφος αισθητηριακή και κινητική διέγερση, η οποία είναι σημαντική για την εξελισσόμενη αναπτυξιακή του πορεία και συγκεκριμένα τη νευρολογική ωρίμανση που θα επιφέρει τις ανάλογες αλλαγές στην ανατομία και τη φυσιολογία του μηχανισμού σίτισης-κατάποσης.
Αφού το βρέφος καταφέρει να συγχρονίσει την αναπνοή με τη διαδικασία λήψης τροφής και κατάποσης, η οποία εδραιώνεται με το αντανακλαστικό του θηλασμού (Blom, 2012) αλλά χρειάζεται χρόνο για να ρυθμιστεί πλήρως, με το πέρας των μηνών πραγματοποιεί περισσότερο ώριμες κινήσεις όπως απαιτεί η εξέλιξη της λειτουργίας της σίτισης. Περισσότερες αναφορές σχετικά με τις ανατομικές δομές, τη φυσιολογία της σίτισης και το θηλασμό, θα υπάρξουν στη συνέχεια.
Εκτός από την βιολογική ανάγκη του βρέφους να τραφεί, ο θηλασμός αποτελεί το θεμέλιο για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξή του, αφού μέσω αυτού το νεογνό αναπτύσσει δεσμούς με την μητέρα του, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την ανάπτυξή του αλλά και για τη σίτιση. Έχει παρατηρηθεί ότι παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν ψυχολογικά το ίδιο το βρέφος ή τη μητέρα του το απομακρύνουν από την διαδικασία της σίτισης καθώς έχει μειωμένη διάθεση για αναζήτηση τροφής.
Τέλος, δε θα πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε πως ο θηλασμός αποτελεί και την αρχή για την επικοινωνιακή ανάπτυξη του βρέφους, αφού όπως γνωρίζουμε, όταν ένας βρέφος χρειάζεται να τραφεί, επικοινωνεί με την μητέρα μέσω του κλάματος για να «απαιτήσει» το γεύμα του.
Σε αποκλίσεις, όπως είναι και οι σχιστίες, ενδέχεται να επηρεαστούν οι ικανότητες σίτισης, η επάρκεια θρέψης και ενυδάτωσης, η στοματοκινητική λειτουργία και η αλληλεπίδραση τροφού-βρέφους που έχει ως στόχο την ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη.

Ανατομία Σίτισης – Κατάποσης σε Βρέφη
Στα πρώτα χρόνια της ζωής συμβαίνουν μεγάλες αλλαγές αναφορικά με την ανάπτυξη, ίσως οι μεγαλύτερες που θα συμβούν γενικά στη ζωή ενός ανθρώπου σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αλλαγές στην ανατομία της κεφαλής και του τραχήλου, στις ανατομικές δομές της περιοχής του στοματοφάρυγγα του ρινοφάρυγγα και του λάρυγγα που εμπλέκονται στην σίτιση και την κατάποση.
Όπως είχε αναφερθεί και σε προηγούμενό μου άρθρο, στο βρέφος οι δομές είναι μικρότερες σε έκταση και βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους ώστε να επιτευχθεί ασφάλεια στη σίτιση. Με την νευρολογική ωρίμανση οι δομές αποκτούν κινητικό έλεγχο, καθώς υπάρχει ενδυνάμωση και κινητικότητα των μυών (Logemann, 2006). Παρακάτω αναλύονται οι διαφορές στην ανατομία του βρέφους συγκριτικά με άλλες ηλικίες, όπως φαίνονται και στις εικόνες. (Εικόνες 1,2).







                          Εικόνες 1 & 2. Ανατομικές διαφορές βρέφους-παιδιού (Βιρβιδάκη, 2011)






Η στοματική κοιλότητα είναι μικρή και η γνάθος δεν επιτρέπει ακόμη μεγάλες κινήσεις, με αποτέλεσμα μικρό άνοιγμα στόματος. Η γλώσσα είναι αρκετά μεγάλη, καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος του στόματος και με την άκρη της να προεξέχει ελαφρά ακουμπώντας το κάτω χείλος, καθώς δεν υπάρχει ακόμη οδοντοφυΐα. Το αντανακλαστικό εξεμέσεως είναι ευαισθητοποιημένο για αμυντικούς σκοπούς και εκλύεται στο πρόσθιο μέρος του στόματος κατά τη διάρκεια του πρώτου (1ου) χρόνου της ζωής, ενώ αργότερα μετατοπίζεται οπισθιότερα (Βιρβιδάκη, 2011).
Ο φάρυγγας είναι μικρότερος σε μήκος και επιμηκύνεται πλήρως στην εφηβεία, ενώ δεν υπάρχει σαφής στοματοφάρυγγας. Η μαλθακή υπερώα είναι χαμηλωμένη, πιο πλατιά και έχει μεγαλύτερη επαφή με τη γλώσσα. Σε μερικά νεογνά, η σταφυλή επικάθεται στην επιγλωττίδα (Logemman, 2006), η οποία είναι πιο κάθετη απ’ ότι στον ενήλικα (Kummer, 2008). Οι απιοειδείς κόλποι είναι μικρότεροι και ανυψωμένοι (Logemman, 2006). Αυτό βοηθά στο να μην μένουν υπολείμματα κατά την κατάποση τα οποία υπάρχει ο κίνδυνος να εισροφηθούν. Μην ξεχνάμε ότι το βρέφος δεν ολοκληρώνει την κατάποση ανά θηλαστική κίνηση, έτσι ο βλωμός συλλέγεται  σε διάφορα σημεία του φάρυγγα μέχρι να καταπιεί το νεογνό (Βιρβιδάκη, 2011).
Ο λάρυγγας βρίσκεται πιο ψηλά, στο ύψος του C1 με C2 αυχενικού σπονδύλου, ενώ στα παιδιά εντοπίζεται στον C4 με C5 και στους ενήλικες στον C6 με C7 (Arvedson και Brodsky, 2002). Οι αρυταινοειδείς χόνδροι του λάρυγγα είναι μεγαλύτεροι (Logemman, 2006).
Εικόνα 2. Ανατομικές διαφορές βρέφους-ενήλικα (Logemann, 1998)
Το βρέφος, βιολογικά προκαθορισμένο, καταφέρνει με ένα μοναδικό τρόπο να συγχρονίσει όλες αυτές τις δομές ώστε να παρέχεται η δυνατότητα ασφάλειας στη σίτιση τις πρώτες κρίσιμες εβδομάδες της ζωής.
Καθώς το βρέφος μεγαλώνει και ωριμάζει νευρολογικά, επέρχονται αλλαγές στις ανατομικές δομές που αποτελούν την αρχή για περισσότερο απαιτητικές κινητικά λειτουργίες και συστάσεις τροφών. Η στοματική κοιλότητα μεγαλώνει σταδιακά, η γλώσσα μετατοπίζεται πιο πίσω μέσα στο στόμα, ενώ παρατηρείται γναθιαία ανάπτυξη και οδοντοφυΐα. Όλα αυτά τα γεγονότα σηματοδοτούν τη σταδιακή έναρξη της ικανότητας μάσησης, αρχικά με τροφές παχύρευστης σύστασης και στη συνέχεια στερεάς τροφής.

Φυσιολογία Σίτισης – Κατάποσης σε Βρέφη
            Κατά τη διάρκεια της κύησης έχει παρατηρηθεί ότι το έμβρυο πραγματοποιεί φαρυγγική κατάποση από τη 10η-11η εβδομάδα και θηλαστικές κινήσεις απομύζησης από την 18η-20η εβδομάδα (Bigenzahn και Denk, 1999). Παρ’ όλ’ αυτά, όπως γνωρίζουμε, ο θηλασμός μπορεί να επιτευχθεί με λειτουργική ακεραιότητα από την 34η-37η εβδομάδα της κύησης.
Λόγω των ανατομικών διαφορών που συναντώνται στα βρέφη συγκριτικά με τους ενήλικες, γίνεται κατανοητό πως η διαδικασία της κατάποσης ενέχει διαφορές. Η ανώτερη αναπνευστική οδός και η πεπτική οδός διαφέρουν (Ζαμπέλας, 2003).
Πιο συγκεκριμένα, στα βρέφη έχει παρατηρηθεί πως δεν αναστέλλεται η αναπνοή κατά τις επαναλαμβανόμενες διαδοχικές προσπάθειες απομύζησης και καταπόσεις. Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη ενότητα, οι ανατομικές δομές βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους εξασφαλίζοντας την ασφάλεια στη σίτιση και καθιστώντας μη αναγκαίο το συγχρονισμό κατάποσης-αναπνοής, ο οποίος χρειάζεται κάποιες εβδομάδες για να ωριμάσει πλήρως. Βιβλιογραφικά, μάλιστα, αναφέρεται πως το βρέφος επιτυγχάνει θηλασμό χωρίς διακοπή της αναπνοής έως τον 3ο με 4ο μήνα της ζωής (Bigenzahn και Denk, 1999).

Η διαδικασία του θηλασμού
Η ανάπτυξη ενός βρέφους είναι ταχύτατη, ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες της ζωής, καθώς πρόκειται να διπλασιάσει το βάρος του μέχρι τον 5ο-6ο μήνα της ζωής και να τον τριπλασιάσει τον 12ο μήνα (Dare και ODonovan, 2000). Γι’ αυτό το λόγο, είναι πολύ σημαντικό να λαμβάνει όλα τα θρεπτικά συστατικά που χρειάζεται και οι περισσότεροι ειδικοί συστήνουν ότι το μητρικό γάλα δεν μπορεί να συγκριθεί με κανένα υποκατάστατο του εμπορίου.
Από λογοπαθολογικής άποψης, σύμφωνα με την Blom (2012), κανένα θήλαστρο δεν μπορεί να αντικαταστήσει επαρκώς τη θηλή της μητέρας. Για να ξεκινήσει ο θηλασμός, τα χείλη σφίγγουν και σταθεροποιούν το θήλαστρο στο στόμα με τη βοήθεια της γλώσσας, η οποία θα συνθλίψει το θήλαστρο μέσα στην στοματική κοιλότητα στην περιοχή της σκληρής υπερώας για να ξεκινήσει η απομύζηση. Η συμπίεση της θηλής σε αυτό το οστέινο τμήμα της υπερώας δημιουργεί θετική πίεση και απελευθερώνεται ποσότητα γάλακτος επάνω στη γλώσσα, καθώς, με το τέλος της θηλαστικής κίνησης, η γνάθος κατεβαίνει ελαφρά δημιουργώντας, αντίστοιχα, αρνητική ενδοστοματική πίεση (Kummer, 2008).

Στάδια κατάποσης στα βρέφη
Ι. Στοματικό στάδιο:
Όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη υποενότητα με τη διαδικασία του θηλασμού, καθώς το βρέφος τοποθετεί τα χείλη του και σφίγγει το θήλαστρο για να ξεκινήσει η απομύζηση, η κάτω γνάθος δημιουργεί την κατάλληλη ενδοστοματική πίεση. Η μαλθακή υπερώα εφάπτεται με τη βάση της γλώσσας κι έτσι ο βλωμός περνά από το στοματοφάρυγγα στο φάρυγγα για να ξεκινήσει το επόμενο στάδιο. (Εικόνα 3., Α και Β).
ΙΙ. Φαρυγγικό στάδιο:
Ο βλωμός που έχει προωθηθεί από τη γλώσσα προς το φάρυγγα, διαχέεται από τα φαρυγγικά τοιχώματα τα οποία συσπώνται για να βοηθήσουν το βλωμό να κατέβει προς την είσοδο του οισοφάγου (Groher, 1997). Στα βρέφη, μάλιστα, παρατηρείται έντονη κινητικότητα του οπίσθιου φαρυγγικού τοιχώματος σε σχέση με τους ενήλικες (Εικόνα 3., C).
Ταυτόχρονα με την κίνηση των φαρυγγικών τοιχωμάτων, το υοειδές οστό ανεβαίνει τραβώντας μαζί του τον λάρυγγα, καθιστώντας ένα ακόμη επίπεδο ασφάλειας (Groher, 1997). Στα βρέφη δεν υπάρχει μεγάλη κινητικότητα, καθώς ο λάρυγγας έχει ήδη την ύψιστη θέση που μπορεί να λάβει στον άνθρωπο στη διάρκεια της ζωής του.
Ο λάρυγγας κλείνει στο επίπεδο των αληθών φωνητικών χορδών, οι αρυταινοειδείς κινούνται προς τη βάση της επιγλωττίδας και στη συνέχεια η επιγλωττίδα διπλώνει προς τα κάτω και καλύπτει την είσοδο του λάρυγγα. Ο άνω οισοφαγικός σφιγκτήρας (ΑΟΣ) χαλαρώνει και επιτυγχάνεται το κρικοφαρυγγικό άνοιγμα που με την πίεση του βλωμού γίνεται μεγαλύτερο (Logemann, 2006) (Εικόνα 3., D).
Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε πως σημαντικό ρόλο έχει και η ακέραιη υπερωοφαρυγγική λειτουργία, κατά την οποία η σταφυλή ανυψώνεται ώστε να σφραγίσει την είσοδο προς την ρινική κοιλότητα και να αποφευχθεί, με τον τρόπο αυτό, η ρινική ανάρροια, δηλαδή η έξοδος τροφής από τη μύτη. (Corbin-Lewis, Liss και Sciortino, 2005).
ΙΙΙ. Οισοφαγικό στάδιο:
Ο βλωμός συλλέγεται στην κορυφή του οισοφάγου μέχρι να συγκεντρωθεί μια μεγαλύτερη ποσότητα, οπότε θα ξεκινήσουν οι περισταλτικές κινήσεις του οισοφάγου (Εικόνα 3., Ε). Ο κατώτερος οισοφαγικός σφιγκτήρας (ΚΟΣ) είναι ανώριμος στα πρώτα χρόνια της ζωής κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (ΓΟΠ), η οποία είναι συχνή στα φυσιολογικά νεογνά.
Εικόνα 3. Οι φάσεις της Κατάποσης (Προσαρμογή από Arvedson και Bodsky)

Ηλικιακά Ορόσημα – Αλλαγές με την ηλικία
Τους πρώτους 4 μήνες της ζωής οι απαιτήσεις του βρέφους σε θρεπτικά συστατικά καλύπτονται από το μητρικό γάλα. Κατόπιν, το βρέφος σταδιακά αναπτύσσει την ικανότητα να μασάει και να καταπίνει πιο στέρεες τροφές και μεγαλύτερη ποικιλία τροφίμων.
Εκτός από το γεγονός ότι τα βρέφη έως 4 μηνών δεν ενδιαφέρονται για άλλες τροφές λόγω θρεπτικής κάλυψής τους από το γάλα, υπάρχουν και άλλοι λόγοι που συντρέχουν ώστε το βρέφος να ξεκινήσει ημι-στερεά τροφή στον 4ο-6ο μήνα της ζωής. Το αντανακλαστικό εξώθησης της γλώσσας που εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι την ηλικία των 4-5 μηνών για λόγους αποφυγής πνιγμονής από ξένα σώματα, καθιστά δύσκολη τη μετάβαση στο κουτάλι. Το βρέφος, επίσης, είναι αδύνατο να σιτισθεί per os πριν να αποκτήσει την δυνατότητα ελέγχου της κεφαλής στον 4ο μήνα. Ακόμη, για λόγους μη ωρίμανσης του πεπτικού συστήματος, το βρέφος δεν είναι έτοιμο να δεχθεί κάποια συστατικά, ενώ ο εμετός λόγω του γαστροοισοφαγικού αντανακλαστικού, που αυξάνει τον κίνδυνο εισρόφησης, εξακολουθεί να υπάρχει στα περισσότερα από τα μισά βρέφη μέχρι την ηλικία των 4-6 μηνών (Bellman, 2006).
Η ηλικία, λοιπόν, των 6 μηνών θεωρείται ιδανική για την έναρξη ημι-στερεάς τροφής. Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με την μετάβαση σε επόμενο στάδιο, συμβουλεύεστε πάντα τον παιδίατρό σας (πληροφορίες στον Πίνακα 1).

Ηλικία (μήνες)
Λειτουργία
έως 6 μηνών
θηλασμός (αντανακλαστική δραστηριότητα)
4 μηνών
έναρξη σίτισης με κουτάλι
7 μηνών
μάσηση
7-9 μηνών
πόση από ποτήρι
12 μηνών
αυτόνομη σίτιση, σύλληψη κουταλιού με όλο το χέρι, σύλληψη ποτηριού με τα δύο χέρια
15-24 μηνών
τελειοποίηση λειτουργιών αυτόνομης σίτισης
Πίνακας 1. (Προσαρμογή από Bigenzahn και Denk, 1999)


Η εισαγωγή ημι-στερεάς τροφής στη διατροφή ρου βρέφους δε συμβάλλει μόνο στη δεξιότητα της μάσησης αλλά βελτιώνει και το συντονισμό στόματος και γλώσσας που είναι σημαντικός για την ανάπτυξη της ομιλίας (Ζαμπέλας, 2003).

Νευροφυσιολογία Κατάποσης
Τη λειτουργία της κατάποσης, από τα πρώτα χρόνια της ζωής, φαίνεται να την ελέγχει το στέλεχος του εγκεφάλου μέσω καταποτικών κέντρων που υφίστανται εκεί. Αυτά διεγείρονται αφ’ ενός μεν από οσφρητικά, γευστικά και οπτικά ερεθίσματα, αφ’ ετέρου δε από το αίσθημα της πείνας.
Για την διασφάλιση της κατάποσης είναι αναγκαία η λειτουργία πέντε (5) εγκεφαλικών συζυγιών: τρίδυμο νεύρο (V), προσωπικό νεύρο (VII), γλωσσοφαρυγγικό νεύρο (IX), πνευμονογαστρικό νεύρο (X) και υπογλώσσιο νεύρο (ΧΙΙ). Στον παρακάτω πίνακα (Πίνακας 2) έχουν καταγραφεί αναλυτικά οι λειτουργίες των νεύρων αυτών που μας αφορούν.
ΝΕΥΡΟ
ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΝΕΥΡΩΣΗ
ΚΙΝΗΤΙΚΗ ΝΕΥΡΩΣΗ
Τρίδυμο (V)
αισθητικότητα στα πρόσθια 2/3 της γλώσσας
μύες της μάσησης
Προσωπικό (VΙΙ)
γεύση στα πρόσθια 2/3 της γλώσσας
μύες των χειλιών
Γλωσσοφαρυγγικό (ΙΧ)
- γεύση και αισθητικότητα στο οπίσθιο 1/3 της γλώσσας
- αμυγδαλές, φάρυγγας, μαλθακή υπερώα
βλεννοφαρυγγικοί μύες
Πνευμονογαστρικό (Χ)
αισθήσεις από το λάρυγγα, φάρυγγα, οισοφάγο, τραχεία
μαλθακή υπερώα, σφιγκτήρες µύες του φάρυγγα και λάρυγγα
Υπογλώσσιο (ΧΙΙ)
---------------------------
μύες της γλώσσας
Πίνακας 2. Λειτουργία Κρανιακών Νεύρων στην Κατάποση (Προσαρμογή από Βιρβιδάκη, 2011)


Βιβλιογραφία:
  • Arvedson J., Brodsky L. (2002) Pediatric Swallowing and Feeding: Assessment and Management. Delamr Gengage Learning, New York.
  • Carrau R., Murry T. (1999) Comprehensive Management of Swallowing Disorders. Plural Publishing, Inc, San Diego.
  • Corbin-Lewis K., Liss J., Sciortino K. (2005) Clinical Anatomy & Physiology of the Swallow Mechanism. Thomson Delmar Learning, New York.
  • Groher M. (1997) Dysphagia: diagnosis and management, Third Edition. Butterworth-Heinemann, Boston.
  • Logemann J. (1998) Evaluation and Treatment of Swallowing Disorders. Pro-ed, Inc, USA.
  • Bellman M. (2010) Το φυσιολογικό παιδί. Αθήνα, εκδόσεις Παρισιάνου
  • Bigenzahn W., Denk D. (2007) Στοματοφαρυγγικές Δυσφαγίες. Αιτιολογία, Κλινική Εικόνα και Θεραπεία Διαταραχών Κατάποσης. Αθήνα, Ιατρικές Εκδόσεις Π.Χ. Πασχαλίδης
  • Blom D. (2012) Εισαγωγή στην παιδιατρική/αναπτυξιακή δυσφαγία. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ
  • Dare A., ODonovan M. (2000) Πρακτικός Οδηγός Διατροφής Παιδιών. Αθήνα, εκδόσεις Παρισιάνου
  • Kummer A. (2011) Σχιστίες και Κρανιοπροσωπικές Ανωμαλίες. Επιπτώσεις στην Ομιλία και την Αντήχηση. Αθήνα, Ιατρικές Εκδόσεις Π.Χ. Πασχαλίδης
  • Logemann J. (2006) Βασικές έννοιες στην αντιμετώπιση ασθενών με δυσφαγία. Μία προσέγγιση βασισμένη στη γνώση και την κλινική έρευνα. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ
  • Βιρβιδάκη Ε. (2011) Η κατάποση με την ηλικία. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
  • Ζαμπέλας Α. (2003) Η διατροφή στα στάδια της ζωής. Αθήνα, Ιατρικές Εκδόσεις Π.Χ. Πασχαλίδης

* Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα "Community Voice"- Αρ. Φύλλου 024-025 (κάνετε λήψη και αποθήκευση ΕΔΩ για pdf μορφή) που συμμετέχω μετά από πρόταση του Nescentes Morimur, υπεύθυνο της "Κοινότητας Νεφροπαθών και Μεταμοσχευμένων". Είναι το 6ο άρθρο συμμετοχής μου, ενώ στην εφημερίδα θα βρείτε και πολλά άλλα ενδιαφέροντα άρθρα ποικίλης θεματολογίας. Μπορείτε να βρείτε όλα τα φύλλα της εφημερίδας και να τη διαβάσετε ΕΔΩ. Καλή ανάγνωση! Αν θέλετε προωθήστε την ιδέα της Κοινότητας! Σας ευχαριστούμε! 

Χριστίνα Γεωργαλλή

Λογοθεραπεύτρια

Γεννήθηκε το 1991 και μεγάλωσε στην Κω. Σπούδασε λογοθεραπεία στα Ιωάννινα. Ζει στην πόλη Sheffield της Αγγλίας με στόχο να πραγματοποιήσει σπουδές στην ψυχολογία και τις νευροεπιστήμες. Γράφει και στο προσωπικό blog:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου